Χρύσα Κ.
Ο Παναγιώτης, μια εργατική μέλισσα
Στη Γερμανία οι θεοί έχουν μια θέση αόρατη στα εργοστάσια και προστατεύουν τους Έλληνες, που μιλούν για τις θάλασσες και τους κήπους των πατεράδων τους με τα θυμάρια και τα μάραθα, τις κληματαριές και τα τριαντάφυλλα. Στη Γερμανία οι ξενιτεμένοι κοιτούν το σκοτεινό όγκο τ’ ουρανού και στέλνουν την ανάσα τους ψηλά να βρουν τον ήλιο τους και το αίμα τους. Και δεν καταφέρνουν να ξεχάσουν τις λέξεις, τις ευτυχίες τους, αυτό που ήταν η ζωή τους. Οι Έλληνες διηγούνται παραμύθια γιατί είναι φτωχοί και κάνουν τη δουλειά τους για να ζεστάνουν τα χέρια τους.
Ο Παναγιώτης ήταν ο ξενιτεμένος, τορναδόρος στο επάγγελμα και άριστος τεχνίτης. Τα δώδεκα χρόνια στη Γερμανία τον προίκισαν με θετική σκέψη, που τού φάνηκε πολύ χρήσιμη στη δουλειά του και καθόλου στην παντρειά του. Όλη μέρα γυρνούσε με το Daccia από εργοστάσιο σε εργοστάσιο κι επιδιόρθωνε. Ακαταλαβίστικα πράγματα για μένα οι μηχανές, το μόνο που κατανοούσα ήταν η χαρά μου για τα γλυκά που φορτωνόταν κι έφερνε στο σπίτι.
Μετά το θάνατο της Χ.γιαγιάς, ο Παναγιώτης συνέχιζε να ζει με τον αδερφό του στο κάτω σπίτι της οδού Ν. Άντεχε στα λίγα, δουλειά κι ένα καλό φαγάκι από τ’ άξια χέρια του Χρήστου. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω ποιος απ’ τους δυο νικούσε στη φάτσα, όμως πάντα ήξερα τούτο. Η καλοσύνη κατοικούσε στο πρόσωπο του θείου Παναγιώτη.
Εγώ ήμουν ο «ακίνητος παρατηρητής» του Αϊνστάιν. Παρατηρούσα τα δύο τρένα να πηγαίνουν και να έρχονται στο σπίτι, χωρίς να διασταυρώνονται και χωρίς ν’ ανοίγουν τις πόρτες τους συχνά. Έβλεπα όμως την αδερφική αγάπη σ’ ένα πιάτο φαΐ, στη βελόνα με την κλωστή που μπάλωνε τρύπες, σε μια κουβέρτα που απλωνόταν τις νύχτες του χειμώνα.
Κάποτε ήρθε ο καιρός που ο Παναγιώτης αποφάσισε ν’ αλλάξει συγκάτοικο.
Τα εισόδια της νύφης
Πάσχα παρουσίασε ο θείος Παναγιώτης απ’ το πουθενά τη μέλλουσα νύφη. «Από δω η Πίτσα», μάς είπε κι εμείς από κει ψάχναμε με αγωνία το πρόσωπό της να βρούμε κρυφές χάρες. Δεν βρήκαμε τίποτα. Με τον καιρό, είπαμε. Μόνο ο πατέρας μου ψιθύρισε, βλέμμα που κοιτάει κάτω δεν είναι καθαρού ανθρώπου. Δεν είπε τίποτ’ άλλο. Κι η μάνα μου δεν μίλησε τίποτα. Πάντως το ψηλό της παράστημα εντυπωσίασε με την πρώτη, αφού σ’ εμάς έλειπε, καθώς κι η κοιλιά που φούσκωνε. Έπρεπε να τελεστεί ο γάμος. Του Παναγιώτη με τα ολόμαυρα μαλλιά και τα λαδιά μάτια, που τον λέγαμε «Νταλάρα» γιατί του ‘μοιαζε στη φάτσα, και της λυγερόκορμης Πίτσας.
Μαγιάτικος ο γάμος χωρίς υπερβολές, αφού ούτε λεφτά υπήρχαν πολλά ούτε αισθήματα είδα εγώ να ξεχειλίζουν από πουθενά. Η νύφη μπήκε στο κάτω σπίτι της οδού Ν. κι ήρθε η υποχόνδρια καθαριότητα κι έφυγε ο Χρήστος. Η μύτη μου δεν οσμίστηκε καμιά λαμπρή ευτυχία στο ισόγειο, μόνο έβλεπα τον ήλιο ν’ αστράφτει στους χλωριωμένους τοίχους και την κοιλιά της θείας μου να φαρδαί-νει. Μέχρι τη φλεβαριάτικη Πέμπτη του ’82 που ήρθε το παιδί κι εγώ ήμουνα σχολείο. Το μεσημέρι με ειδοποίησε η μάνα μου τηλεφωνικά. «Αγόρι, μού είπε χαρούμενη, αγόρι».
Γιάννη θα το βαφτίζανε οι γονείς, μα όταν τον φέρανε σπίτι απ’ το μιαευ-τήριο, στυλώσαμε τα μάτια στο κεφάλι του που ‘μοιαζε με μετεωρίτη. Η Πίτσα έβριζε. «Πληρώσαμε τις άχρηστες νοσοκόμες ένα σκασμό λεφτά κι αυτές ούτε που πλάσανε το κεφαλάκι του παιδιού μου. Τ΄αφήσανε όπως βγήκε απ’ τη κοιλιά». Η αλήθεια είναι, όπως έμαθα μετά απ’ τη μάνα μου, ότι ταλαιπωρήθηκε το παιδάκι να βγει, σα μελιτζάνα έμοιαζε όταν έσκασε μύτη. Εγώ πάντως, που έχω πάρει το χάρισμα του πατέρα μου να εφευρίσκω ψευδώνυμα, μόλις είδα τον νέο μου ξάδερφο, τον φώναξα Ρούκα, γιατί το πάνω μέρος του κεφαλιού του ήταν μυτερό σαν ρουκέτα.
Ο Γιάννης πέρασε τα πρώτα χρόνια στην οδό Ν. Κάθε απόγευμα γυρνούσε την πλάτη στη μάνα του κι ερχόταν πάνω. Του διάβαζα παραμύθια, φτιάχναμε παζλ, τον αγάπαγα και μ’ αγάπαγε. Άρχισε να πηγαίνει και σχολείο. Μα όσο καλά κι αν πέρναγε ο καιρός μαζί μας, του έλειπε ο πατέρας του. Και λυπόταν που δεν τον έβλεπε και δεν τον ένιωθε. Αλλά ο πατέρας δούλευε σαν εργατική μέλισσα νύχτα μέρα για να τρώει ο μικρός καλά πράματα και να μην γκρινιάζει η Πίτσα ότι κόβει τη χαρτοπετσέτα στη μέση.
Κι όσο φουντώνανε τα παράπονα τόσο περσότερο δούλευε αυτός. Μέχρι που έφτασε στον πάτο του πηγαδιού.
Το τέλος
Παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνος, ξημερώματα, η θεία μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο εξάχρονο που κοιμάται κι ύστερα ανεβαίνει τη σκάλα ψελλίζο-ντας ασυναρτησίες. Τρέχουμε αλαφιασμένοι χωρίς να ξέρουμε γιατί. Ο θείος Παναγιώτης κοιμάται όμορφα και ήρεμα.
Δεν ξυπνάει όμως όταν αρχίζει ο πατέρας μου να τον τραντάζει και να τον τραντάζει όλο και δυνατότερα. Η μάνα μου φωνάζει τ’ όνομα του αδερφού της. Εγώ πέφτω πάνω στο θείο να τον σώσω. Έχω μάθει στο σινεμά την ανάνηψη. Φυσάω αέρα και μαλάζω την καρδιά. Όμως δεν μ’ αρέσει, δεν είναι όπως το είχα φανταστεί στο μυαλό μου. Το ακίνητο στόμα έχει μια παράξενη γεύση, απόκοσμη. Έρχεται το ασθενοφόρο. Με αρπάζουν και με απομακρύνουν από το ξαπλωμένο σώμα. Κάτι κάνουν με τ’ αυτιά και τα χέρια τους, ύστερα κάτι λένε που δεν ακούω. Κι ύστερα ακούω τη μάνα μου και τη θεία μου να κλαίνε με φωνή. Εγώ τρέχω στο μπάνιο και πλένω συνέχεια το στόμα μου, αλλά η γεύση δεν φεύγει.
Στις έντεκα Δεκεμβρίου του ’87, παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού, ο γιος της γιαγιάς μου και θείος μου και πατέρας του αγοριού που χαϊδευτικά αποκαλώ Ρούκα και σύζυγος της ψηλής νύφης που γίνεται συγγενής αλλά όχι θεία μου προδίνεται από την καρδιά του. Πάει να ψάξει τη μάνα του στα Ηλύσια Πεδία, δεκατρία χρόνια χαμένη.
Πέθαναν την ίδια μέρα και την ίδια ημερομηνία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου