Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Μια πρόταση... γάμου

Η Μαιρούλα μου έβαλε ένα dead-line, να της απαντήσω μέχρι την Κυριακή το μεσημέρι – η χειρότερη μου μέρα από τότε που πήγαινα σχολείο, έως και σήμερα που έχω την δική μου επιχείρηση- αν την αγαπάω, να προχωρήσουμε το θέμα του γάμου μας για να οργανώσουμε την κοινή μας ζωή –σημειωτέον την ίδια ατάκα την είχε χρησιμοποιήσει και πριν ένα χρόνο, τότε που ήθελε να προχωρήσουμε το θέμα της συγκατοίκησης μας– για να εξελιχτούμε ως άνθρωποι, για να γίνουμε αποδεκτοί ως ζευγάρι στην κοινωνία, η οποία βρίθει από αποτυχημένους γάμους και πετυχημένα διαζύγια, αλλά εμείς είμαστε ακόμη πίσω -κατά τα λεγόμενα της Μαιρούλας- γιατί είμαστε ακόμη στο 0-0, το οποίο δείχνει μια κοινωνική στασιμότητα, και -θα πρόσθετα εγώ- μια αγωνιστική στασιμότητα, ενώ το 1-1 είναι καλύτερο σκορ ισοπαλίας, δείχνει μια ικανότητα στην επίθεση -είναι ελπιδοφόρο- και επισημαίνει και μια αδυναμία στην άμυνα –τις βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν- όπως πέρυσι στο ματς Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, εγώ πέταξα στα ουράνια όταν σκόραρε πρώτος το καμάρι, ο Σαλπιγγίδης και έμεινα εκεί μέχρι το προτελευταίο λεπτό του αγώνα, όταν ο αλήτης, ο Γκαλέτι μας ισοφάρισε, γιατί ξέφυγε από το μαρκάρισμα του ξεφτίλα του Σαριέγκι –αυτόν τον άχρηστο πρέπει ο πρόεδρος οπωσδήποτε να τον πουλήσει το καλοκαίρι- αλλά αν κρατάγαμε 2 λεπτά ακόμη θα είχαμε στα χέρια μας την νίκη, να την τρίψουμε στα μούτρα των κωλόγαυρων, όπως ελπίζει η Μαιρούλα ότι θα τρίψει το γάμο μας στα μούτρα των φιλενάδων της –αν αυτές είναι φίλες, εγώ είμαι ο Σούπερμαν- που όλο της λένε πόσο τυχερές είναι που παντρεύτηκαν τους πρίγκιπες –να χέσω εγώ πρίγκιπες: τον Τάκη τον τσιγγούναρο και τον Σάκη τον τσιλιμπουρδιάρη- που πάντα ονειρευόντουσαν και πόσο ευτυχισμένες τις έχουν κάνει, και … και… και… σταματημό δεν έχουν, οπότε δεν αδικώ την καημένη τη Μαιρούλα που θέλει να τους κλείσει τα στόματα, αλλά είναι που ζητάει από εμένα να συνεισφέρω σε αυτό το 1-0, σε ένα παιχνίδι που θα παιχτεί -αν δεν διακοπεί από επεισόδια- για παραπάνω από 90 λεπτά, και εμένα αυτό το μακράς διαρκείας, απροσδιορίστου χρόνου δεν μου αρέσει, γιατί με ξέρω ότι μπορώ να παίξω μπαλίτσα για λίγο, μετά κουράζομαι, κάνω κοιλιά και είναι εύκολο ο αντίπαλος να μου τη φέρει και, λυπάμαι που το λέω, αλλά έχω αρχίσει να βλέπω τη Μαιρούλα ως αντίπαλο, με το στενό μαρκάρισμα που μου κάνει για τον επερχόμενο αγώνα που έχει ονομάσει αυτή «έγγαμο βίο» -και εμένα μου έχει κάνει το βίο αβίωτο- και στον οποίο υποθετικά και ιδανικά θα έπρεπε να κατεβαίναμε ως συμπαίκτες που ο ένας καλύπτει τα νώτα του άλλου, όπως στο meeting που είχαμε την Παρασκευή για να πάρουμε τη δουλειά του αεροδρομίου και εγώ ήμουνα στα μαύρα μου τα χάλια –ας όψεται η Μαιρούλα και τα τελεσίγραφά της- αλλά το αλάνι ο συνεταίρος μου με κατάλαβε, χωρίς να του μιλήσω βέβαια και πήρε το παιχνίδι πάνω του και μόνο μια στιγμή μου έδωσε μια πάσα για σίγουρο γκολ, αλλά εγώ του την γύρισα πίσω, γιατί αυτός έπρεπε να πάρει τη δόξα, αφού δική του ήταν η πρόταση και εγώ ποτέ δεν καταδέχθηκα να ακούσω τις ζητωκραυγές ή τα γιουχαρίσματα για ιδέες άλλων και έρχεται τώρα η Μαιρούλα και μου ζητάει - γιατί από ότι θα καταλάβατε εμένα δεν μου είχε περάσει από το μυαλό- να κάνω μια πρόταση... γάμου κατά παραγγελία, τη στιγμή που εγώ έχω συνηθίσει να είμαι αυτός που παραγγέλνει και όχι το delivery boy, που περιμένω όπου να’ ναι να μου φέρει την πίτσα και μπίρες για να παρακολουθήσω το ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού σήμερα, Κυριακή βράδυ, αν και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, ντέρμπι χωρίς το γούρι μου, τη Μαιρούλα, δεν γίνεται -πρόπερσι που πήγε στα Γιάννενα να δει τη μάνα της, χάσαμε- οπότε λέω να την πάρω τηλέφωνο, έστω και καθυστερημένα –θα δείξει κατανόηση, αφού με ξέρει- να έρθει, να μου πει και τις λεπτομέρειες για το γάμο μας, γιατί η αλήθεια είναι ότι εγώ χωρίς τη Μαιρούλα δεν μπορώ να κάνω παιχνίδι…

Φωτεινή Λ.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Ο Παναγιώτης

Χρύσα Κ.

Ο Παναγιώτης, μια εργατική μέλισσα

Στη Γερμανία οι θεοί έχουν μια θέση αόρατη στα εργοστάσια και προστατεύουν τους Έλληνες, που μιλούν για τις θάλασσες και τους κήπους των πατεράδων τους με τα θυμάρια και τα μάραθα, τις κληματαριές και τα τριαντάφυλλα. Στη Γερμανία οι ξενιτεμένοι κοιτούν το σκοτεινό όγκο τ’ ουρανού και στέλνουν την ανάσα τους ψηλά να βρουν τον ήλιο τους και το αίμα τους. Και δεν καταφέρνουν να ξεχάσουν τις λέξεις, τις ευτυχίες τους, αυτό που ήταν η ζωή τους. Οι Έλληνες διηγούνται παραμύθια γιατί είναι φτωχοί και κάνουν τη δουλειά τους για να ζεστάνουν τα χέρια τους.

Ο Παναγιώτης ήταν ο ξενιτεμένος, τορναδόρος στο επάγγελμα και άριστος τεχνίτης. Τα δώδεκα χρόνια στη Γερμανία τον προίκισαν με θετική σκέψη, που τού φάνηκε πολύ χρήσιμη στη δουλειά του και καθόλου στην παντρειά του. Όλη μέρα γυρνούσε με το Daccia από εργοστάσιο σε εργοστάσιο κι επιδιόρθωνε. Ακαταλαβίστικα πράγματα για μένα οι μηχανές, το μόνο που κατανοούσα ήταν η χαρά μου για τα γλυκά που φορτωνόταν κι έφερνε στο σπίτι.

Μετά το θάνατο της Χ.γιαγιάς, ο Παναγιώτης συνέχιζε να ζει με τον αδερφό του στο κάτω σπίτι της οδού Ν. Άντεχε στα λίγα, δουλειά κι ένα καλό φαγάκι από τ’ άξια χέρια του Χρήστου. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω ποιος απ’ τους δυο νικούσε στη φάτσα, όμως πάντα ήξερα τούτο. Η καλοσύνη κατοικούσε στο πρόσωπο του θείου Παναγιώτη.

Εγώ ήμουν ο «ακίνητος παρατηρητής» του Αϊνστάιν. Παρατηρούσα τα δύο τρένα να πηγαίνουν και να έρχονται στο σπίτι, χωρίς να διασταυρώνονται και χωρίς ν’ ανοίγουν τις πόρτες τους συχνά. Έβλεπα όμως την αδερφική αγάπη σ’ ένα πιάτο φαΐ, στη βελόνα με την κλωστή που μπάλωνε τρύπες, σε μια κουβέρτα που απλωνόταν τις νύχτες του χειμώνα.
Κάποτε ήρθε ο καιρός που ο Παναγιώτης αποφάσισε ν’ αλλάξει συγκάτοικο.

Τα εισόδια της νύφης

Πάσχα παρουσίασε ο θείος Παναγιώτης απ’ το πουθενά τη μέλλουσα νύφη. «Από δω η Πίτσα», μάς είπε κι εμείς από κει ψάχναμε με αγωνία το πρόσωπό της να βρούμε κρυφές χάρες. Δεν βρήκαμε τίποτα. Με τον καιρό, είπαμε. Μόνο ο πατέρας μου ψιθύρισε, βλέμμα που κοιτάει κάτω δεν είναι καθαρού ανθρώπου. Δεν είπε τίποτ’ άλλο. Κι η μάνα μου δεν μίλησε τίποτα. Πάντως το ψηλό της παράστημα εντυπωσίασε με την πρώτη, αφού σ’ εμάς έλειπε, καθώς κι η κοιλιά που φούσκωνε. Έπρεπε να τελεστεί ο γάμος. Του Παναγιώτη με τα ολόμαυρα μαλλιά και τα λαδιά μάτια, που τον λέγαμε «Νταλάρα» γιατί του ‘μοιαζε στη φάτσα, και της λυγερόκορμης Πίτσας.

Μαγιάτικος ο γάμος χωρίς υπερβολές, αφού ούτε λεφτά υπήρχαν πολλά ούτε αισθήματα είδα εγώ να ξεχειλίζουν από πουθενά. Η νύφη μπήκε στο κάτω σπίτι της οδού Ν. κι ήρθε η υποχόνδρια καθαριότητα κι έφυγε ο Χρήστος. Η μύτη μου δεν οσμίστηκε καμιά λαμπρή ευτυχία στο ισόγειο, μόνο έβλεπα τον ήλιο ν’ αστράφτει στους χλωριωμένους τοίχους και την κοιλιά της θείας μου να φαρδαί-νει. Μέχρι τη φλεβαριάτικη Πέμπτη του ’82 που ήρθε το παιδί κι εγώ ήμουνα σχολείο. Το μεσημέρι με ειδοποίησε η μάνα μου τηλεφωνικά. «Αγόρι, μού είπε χαρούμενη, αγόρι».

Γιάννη θα το βαφτίζανε οι γονείς, μα όταν τον φέρανε σπίτι απ’ το μιαευ-τήριο, στυλώσαμε τα μάτια στο κεφάλι του που ‘μοιαζε με μετεωρίτη. Η Πίτσα έβριζε. «Πληρώσαμε τις άχρηστες νοσοκόμες ένα σκασμό λεφτά κι αυτές ούτε που πλάσανε το κεφαλάκι του παιδιού μου. Τ΄αφήσανε όπως βγήκε απ’ τη κοιλιά». Η αλήθεια είναι, όπως έμαθα μετά απ’ τη μάνα μου, ότι ταλαιπωρήθηκε το παιδάκι να βγει, σα μελιτζάνα έμοιαζε όταν έσκασε μύτη. Εγώ πάντως, που έχω πάρει το χάρισμα του πατέρα μου να εφευρίσκω ψευδώνυμα, μόλις είδα τον νέο μου ξάδερφο, τον φώναξα Ρούκα, γιατί το πάνω μέρος του κεφαλιού του ήταν μυτερό σαν ρουκέτα.

Ο Γιάννης πέρασε τα πρώτα χρόνια στην οδό Ν. Κάθε απόγευμα γυρνούσε την πλάτη στη μάνα του κι ερχόταν πάνω. Του διάβαζα παραμύθια, φτιάχναμε παζλ, τον αγάπαγα και μ’ αγάπαγε. Άρχισε να πηγαίνει και σχολείο. Μα όσο καλά κι αν πέρναγε ο καιρός μαζί μας, του έλειπε ο πατέρας του. Και λυπόταν που δεν τον έβλεπε και δεν τον ένιωθε. Αλλά ο πατέρας δούλευε σαν εργατική μέλισσα νύχτα μέρα για να τρώει ο μικρός καλά πράματα και να μην γκρινιάζει η Πίτσα ότι κόβει τη χαρτοπετσέτα στη μέση.
Κι όσο φουντώνανε τα παράπονα τόσο περσότερο δούλευε αυτός. Μέχρι που έφτασε στον πάτο του πηγαδιού.

Το τέλος

Παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνος, ξημερώματα, η θεία μου ρίχνει μια κλεφτή ματιά στο εξάχρονο που κοιμάται κι ύστερα ανεβαίνει τη σκάλα ψελλίζο-ντας ασυναρτησίες. Τρέχουμε αλαφιασμένοι χωρίς να ξέρουμε γιατί. Ο θείος Παναγιώτης κοιμάται όμορφα και ήρεμα.

Δεν ξυπνάει όμως όταν αρχίζει ο πατέρας μου να τον τραντάζει και να τον τραντάζει όλο και δυνατότερα. Η μάνα μου φωνάζει τ’ όνομα του αδερφού της. Εγώ πέφτω πάνω στο θείο να τον σώσω. Έχω μάθει στο σινεμά την ανάνηψη. Φυσάω αέρα και μαλάζω την καρδιά. Όμως δεν μ’ αρέσει, δεν είναι όπως το είχα φανταστεί στο μυαλό μου. Το ακίνητο στόμα έχει μια παράξενη γεύση, απόκοσμη. Έρχεται το ασθενοφόρο. Με αρπάζουν και με απομακρύνουν από το ξαπλωμένο σώμα. Κάτι κάνουν με τ’ αυτιά και τα χέρια τους, ύστερα κάτι λένε που δεν ακούω. Κι ύστερα ακούω τη μάνα μου και τη θεία μου να κλαίνε με φωνή. Εγώ τρέχω στο μπάνιο και πλένω συνέχεια το στόμα μου, αλλά η γεύση δεν φεύγει.

Στις έντεκα Δεκεμβρίου του ’87, παραμονή του Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού, ο γιος της γιαγιάς μου και θείος μου και πατέρας του αγοριού που χαϊδευτικά αποκαλώ Ρούκα και σύζυγος της ψηλής νύφης που γίνεται συγγενής αλλά όχι θεία μου προδίνεται από την καρδιά του. Πάει να ψάξει τη μάνα του στα Ηλύσια Πεδία, δεκατρία χρόνια χαμένη.
Πέθαναν την ίδια μέρα και την ίδια ημερομηνία.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

«Τριχοειδή» φαινόμενα

Δεν περίμενε ποτέ πως, ενώ μια γυναίκα θα περιποιόταν τα μαλλιά του , μια άλλη μικρότερη θα «τακτοποιούσε» τα μυαλά του. Το ερωτικά του σχέδια, μετά την «πρόσκληση» της όμορφης κομμώτριας να περάσει αργά, όταν θα κλείνει το μαγαζί, για να «μη τους ενοχλήσει κανείς», χάλασαν όταν βρήκε την Μαιρούλα θρονιασμένη στον κόκκινο καναπέ του κομμωτηρίου.
-Δάσκαλε πόσες διαστάσεις μας είπες στο μάθημα πως έχει το σύμπαν;
-Πολλές.
-Λοιπόν άκου. Έχω μια βελτιωμένη θεωρία για το πώς μπλέχτηκαν μεταξύ τους και τελικά φαίνονται μόνο τρεις.
Η Μαιρούλα είχε όρεξη για πάρλα. Έδωσε όρθια την διάλεξή της. Που και που τον ρωτούσε άσχετα πράγματα. Πως και αποφάσισε να αφήσει το κουρείο και να έρθει σε κομμωτήριο… και τι ώρα είναι αυτή που ήρθε… μπορεί να θέλει να βγει η κοπέλα και αυτός την καθυστερεί… Η Μαιρούλα δεν έλεγε να φύγει και με την βροχή που είχε ξαναρχίσει πιθανόν να ερχόταν να την πάρει η μαμά της.
- Έχεις ομπρέλα;
- Όχι. Θα έρθει η μαμά να με πάρει. Αυτό μόνο είχες να πεις; Θέλεις να με διώξεις;
- Όχι βέβαια!
- Και εντάξει, η θεωρία μου πες πως είναι τρίχες. Για τα μαλλιά μου δεν έχεις τίποτα να πεις;
- Δεν πρόλαβα Μαιρούλα. Με το που κάθισα έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ολόκληρη η ιστορία του σύμπαντος βγήκε από το στόμα σου.
- Και που σαι ακόμα. Έχω άλλη μια θεωρία. Πιο τολμηρή.
- Για πες.
- Νομίζω πως εσύ και η μάμα μου είστε ερωτευμένοι.
- Και πως σου ήρθε η ιδέα;
-Δεν είναι δική μου. Είναι του μπαμπά μου αλλά εγώ την βελτίωσα.
Η τελευταία ψαλιδιά ήταν το ίδιο άτσαλη με την στροφή του κεφαλιού του. Μαζί με τη ψυχραιμία έχασε και μια μεγάλη τούφα μαλλιών που σκορπίστηκε στο πάτωμα.
-Σου έπεσαν τα μαλλιά δάσκαλε.
-Κάθε θεωρία θέλει αποδείξεις Μαιρούλα
-Κάθε θεωρία πρέπει να «υποβάλλεται στο βάσανο του πειράματος» δάσκαλε.
Η Μαιρούλα ήταν η καλύτερη μαθήτριά του. Στον καθρέφτη υπήρχαν τώρα δύο ασύμμετρες απειλές. Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και ένα γελοίο κούρεμα.
-Χαλάρωσε δάσκαλε. Δε έχει καταλάβει τίποτα ο πατέρας μου. Δική μου θεωρία είναι. Σε έβαλα στη πρίζα για να δω πως θα αντιδράσεις. Σου κάηκε η ασφάλεια.
-Η αντίδρασή μου ήταν φυσιολογική Μαιρούλα και δεν επιβεβαιώνει τίποτα. Με κατηγόρησες άδικα και γελάς κι από πάνω.
-Αν πω στη μάνα μου ότι θεωρείς τον έρωτά της κατηγορία...
Η κομμώτρια μάζεψε τις τσατσάρες και πήγε να τις πλύνει. Ο νευρικές κινήσεις της έδειχναν πως μάλλον θα τις ξεδοντιάσει.
-Μαιρούλα παραφέρεσαι. Ανακατεύεσαι σε πράγματα που δεν σε αφορούν.
-Δεν με αφορούν αλλά με ενδιαφέρουν δάσκαλε.
-Εντάξει. Αλλά γνωρίζεις καλά ότι άλλο το «με ενδιαφέρει» και άλλο το «με αφορά»
-Αυτό μου το λέει κι μαμά μου.
-Να την ακούς τη μαμά σου λοιπόν.
-Την ακούω όταν κάνει έρωτα με τον μπαμπά μου. Αλλά αυτό δεν σε αφορά.

βz